Δευτέρα, 19 Μαΐου 2008

Πρόταση για να ξεφύγουμε από τη σύγχυση των μεταρρυθμίσεων στην Τοπική Αυτοδιοίκηση

07/01/08
Πρόταση για να ξεφύγουμε από τη σύγχυση των
μεταρρυθμίσεων στην Τοπική Αυτοδιοίκηση


H Κυβέρνηση δια του υπουργού κ. Παυλόπουλου, επιχειρεί ακόμα μια «μεταρρύθμιση» στο χώρο της Αυτοδιοίκησης, επιτείνοντας τη σύγχυση και το χάος όπως σε όλους τους τομείς, όπου επιχείρησε να το πράξει ως τώρα.
Αντί λοιπόν η Κυβέρνηση να δώσει τους πόρους που απαιτούνται, το ανάλογο προσωπικό και όλες τις αρμοδιότητες στη Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση, για να λειτουργήσει αυτόνομα και ολοκληρωμένα, ώστε να δούμε στην πράξη, αν ο θεσμός πέτυχε ή όχι, προσφεύγει σε έναν νέο «Καποδίστρια» χωρίς τοπικά δημοψηφίσματα, που επιβάλλει το άρθρο 5 του Ευρωπαϊκού Χάρτη Τοπικής Αυτονομίας.
Αυτονόητα λοιπόν προκύπτει το συμπέρασμα, ότι οποιαδήποτε νέα μορφή πάρει ο β’ βαθμός αυτοδιοίκησης, θα είναι ημιτελής, όπως τώρα είναι η Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση.
Ακόμα και αν επιτευχθεί η οργάνωση στην κορυφή μιας αιρετής Περιφέρειας σ’ ένα νέο σχήμα με λιγότερες νομαρχιακές – περιφερειακές μονάδες, είναι δύσκολο, αν όχι ακατόρθωτο, να προβλέψουμε από τώρα τι θα γίνει με τις υπηρεσίες και το προσωπικό στη βάση.
Είναι γνωστό και πρακτικώς παραδεκτό, ότι οι καλύτερες προθέσεις, τα καλύτερα κείμενα, τα άρτια συντάγματα και οι νόμοι εάν δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα και στις ανάγκες του λαού και εάν δεν υπάρχει πολιτική βούληση για την εφαρμογή τους, μαζί με τους αναγκαίους πόρους, γίνονται ανενεργά και γρανάζι γραφειοκρατίας.
Δεν μπορούμε, επομένως, να συζητούμε για μεταρρυθμίσεις στο χώρο της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης, όταν το υφιστάμενο καθεστώς δεν λειτούργησε στην πράξη ολοκληρωμένα, για να μπορούμε να γνωρίζουμε εάν είναι πετυχημένο ή όχι. Και στο μεν α’ βαθμό της Τοπικής Αυτοδιοίκησης, σαφώς τα πράγματα είναι καλύτερα και χρειάζονται μόνο βελτιώσεις. Στο β’ όμως βαθμό της αιρετής Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης, αφού πέρασε από σαράντα κύματα, θέλουμε πάλι να τον διαφοροποιήσουμε και να τον αλλάξουμε πριν ακόμα λειτουργήσει με όλες τις αρμοδιότητες που εξαρχής δόθηκαν και με τους αναγκαίους πόρους!!!
Σήμερα, η Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση, που ως θεσμός ξεκίνησε την 1-1-1195, σε όλα τα διαμερίσματα της χώρας, λειτουργεί κάτω από τον ασφυκτικό έλεγχο της κεντρικής εξουσίας, ο οποίος και αναιρεί τον αυτοδιοικητικό χαρακτήρα του θεσμού. Το Σύνταγμα (102,4) ορίζει ρητώς, ότι το «Κράτος ασκεί στους οργανισμός Τοπικής Αυτοδιοίκησης εποπτεία που συνιστάται αποκλειστικά σε έλεγχο νομιμότητας και δεν επιτρέπεται να εμποδίζει την πρωτοβουλία και την ελεύθερη δράση τους».
Για να εμβαθύνουμε όμως στην αυτογνωσία μας θα πρέπει να λάβουμε υπόψη μας το διεθνές και το εγχώριο πολιτικοοικονομικό περιβάλλον στο οποίο ζούμε:
Δεχόμαστε, ότι η νέα τάξη πραγμάτων και η βαθύτερη διάθεση της Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι να τονώσει τις περιφέρειες και να αποδυναμώσει το έθνος – κράτος.
Δεχόμαστε, ότι στόχος είναι η συστηματική και σε βάθος χρόνου μετατροπή των επώνυμων, ιστορικών τόπων και πληθυσμών σε περιφερειακές οντότητες και απρόσωπα αριθμητικά σύνολα. Η προοδευτική αυτή αναδιάρθρωση έχει στόχο, προφανώς, την απευθείας διοίκηση και έλεγχο των περιφερειών από τις Βρυξέλλες – περιθωριοποιώντας -την εξουσία των εθνικών κυβερνήσεων - κυρίως όμως την ένταξη εδαφικών τμημάτων διαφόρων χωρών σε ενιαίες ευρωπαϊκές περιφέρειες. Π.χ. στην ευρωπαϊκή περιφέρεια που γεωγραφικά ορίζεται η Μακεδονία θα περιλαμβάνονται τμήματα της Ελλάδας, της Βουλγαρίας και των Σκοπίων. Αυτή η ευρωπαϊκή περιφερειακή αναπροσαρμογή μαζί με τη λειτουργία των ανεξαρτήτων αρχών και τη γενίκευση τοποθέτησης καμερών, αποτελούν συρρίκνωση της Δημοκρατίας και ολοκληρωτική διακυβέρνηση. Όπως διαφαίνεται λοιπόν στις προσεχείς εξελίξεις κυρίαρχο στοιχείο θα είναι η διοικητική οργάνωση των κοινωνιών με βάση την ορθολογιστική οικονομική δυνατότητα τους που να εξυπηρετεί τη διακίνηση απορρόφησης και εκμετάλλευσης πόρων, κεφαλαίων και κερδών. Όλα τα άλλα στοιχεία των τοπικών κοινωνιών, όπως η ιστορία, ο πολιτισμός, οι ανθρώπινες σχέσεις, η παράδοση, η κοινωνική μέριμνα και φροντίδα, οι τοπικές ιδιομορφίες και τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά έρχονται σε δεύτερη μοίρα ή αγνοούνται τελείως. Βεβαίως, ως επικοινωνιακό τρόπο και ως περιτύλιγμα αυτών των σκοπιμοτήτων, χρησιμοποιούν πολιτιστικές εκδηλώσεις, συνέδρια, σεμινάρια, υποτροφίες και εκπαιδευτικά προγράμματα, τελείως απρόσωπα, χωρίς φυσιογνωμία και χωρίς ιστορικές αναφορές με αποκλειστικό σκοπό να αμβλύνουν τις αντιθέσεις, να εξαφανίσουν το παρελθόν και προοδευτικά να μετατρέψουν τις τοπικές κοινωνίες σε περιφερειακές οντότητες και σε αριθμητικά σύνολα και μεγέθη που θα υπολογίζονται μόνον ως καταναλωτές και ως νούμερα – εργαλεία για τη διαμόρφωση των εκλογικών αποτελεσμάτων και τη νομή της εξουσίας από τα ευρωπαϊκά και ατλαντικά κέντρα εξουσίας.
Με άλλα λόγια, όλες αυτές οι μεταρρυθμίσεις, όλες αυτές οι διοικητικές αλλαγές γίνονται για να περάσουν αντιλαϊκές και αντικοινωνικές πολιτικές, να ελέγχονται οι λαοί πιο αποτελεσματικά, να φαλκιδεύονται οι ατομικές ελευθερίες και να υπάρχει η ασφαλής υποδομή σε δρόμους, αεροδρόμια, λιμάνια κ.λ.π. για να διακινούνται απρόσκοπτα αγαθά, συμφέροντα κεφάλαια και δραστηριότητες που εξυπηρετούν όχι το λαό, αλλά τα μεγάλα συμφέροντα.
Πιστεύουμε, ότι γι’ αυτόν τον σκοπό και μ’ αυτόν τον τρόπο πέρασε η Συνθήκη του Μάαστριχτ. Μ’ αυτόν τον τρόπο αποπειράθηκαν να περάσουν το Ευρωσύνταγμα. Έτσι πέρασαν τα ευρωπαϊκά προγράμματα και καθόρισαν τις ποσοστώσεις. Έτσι εφάρμοσαν τον Καποδίστρια 1, και έτσι επιδιώκουν να εφαρμόσουν τον Καποδίστρια 2. με τη μέθοδο του σαλαμιού!
Όταν άρχισαν όλα αυτά να εφαρμόζονται στην αρχή ορισμένοι αναρωτήθηκαν μήπως είναι συμπωματικά. Άλλοι τα δαιμονοποίησαν και δέχθηκαν την επίσημη και όχι μόνον κατακραυγή με το στίγμα των εθνικιστικών αντιστάσεων. Σήμερα, όμως, τριάντα χρόνια μετά, όλοι συνειδητοποιούν, ότι δεν είναι απλές συμπτώσεις τα όσα έγιναν και γίνονται και δεν ήσαν εθνικιστικές αντιστάσεις οι συμπεριφορές των ευρωσκεπτιστών πατριωτών. Και σ’ αυτόν τον τομέα, η αριστερή διανόηση δεν μπορεί να είναι τόσο αθώα, όπως δεν ήταν αθώα η στάση του Ντ’ Αλέμα που μετέτρεψε την προοδευτική Ιταλία σ’ ένα απέραντο αεροδρόμιο για τα νατοϊκά καταδρομικά στον πόλεμο της Σερβίας.
Η έκδοση μιας τοπικής εφημερίδας σ’ ένα μικρό δήμο ή σε μια μικρή κοινότητα, δίνει τη δυνατότητα στους κατοίκους να εκφράζονται δημόσια είτε με άρθρα είτε με μια επιστολή. Ανταλλάσσονται ιδέες, γίνεται διάλογος, δημοσιοποιούνται τοποθετήσεις, ελέγχεται η τοπική εξουσία. Κάτι που δε μπορεί να γίνει από τα δημοσιογραφικά όργανα του Κέντρου ακόμα και για πρακτικούς λόγους. Είναι, ένα κύτταρο Δημοκρατίας.
Κύτταρο Δημοκρατίας είναι λοιπόν και η Κοινότητα και ο Δήμος. Κάθε συνένωση επομένως, κάθε ομαδοποίηση και κάθε εκσυγχρονισμός με τους σκοπούς που προαναφέραμε, περιορίζει τη Δημοκρατία και εξυπηρετεί τα συμφέροντα.
Αν η κεντρική εξουσία ήταν φερέγγυα και ειλικρινής θα έπρεπε όλα αυτά τα χρόνια να αποδώσει, όλες τις αρμοδιότητες στους δυο βαθμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης – όπως ορίζει το Σύνταγμα - και κυρίως τους πόρους και τη δυνατότητα σχεδιασμών και προγραμματισμού, έτσι ώστε, μέσα στα πλαίσια των επιτελικών στοχεύσεων της εκάστοτε κυβέρνησης, να μπορεί η κάθε τοπική κοινωνία να εκφράζεται και να διαχειρίζεται αυτοδιοικητικά τα προβλήματα της.
Αυτό το απλό και αυτονόητο δεν έγινε. Και ναι μεν ο Α’ βαθμός Αυτοδιοίκησης στάθηκε περισσότερο τυχερός, ως προς την ανεξαρτησία του, ο Β’ όμως βαθμός, της νομαρχιακής, εκ γενετής υπήρξε άτυχος και προχώρησε με προβληματικό τρόπο. Στερούμενος πόρων και όλων των αρμοδιοτήτων που της υποσχέθηκαν στα γενητούρια της, κατάντησε σήμερα να είναι μια αιρετή βεβαίως νομαρχία αλλά να συμπεριφέρεται ως μια κατ’ εξοχήν δημόσια υπηρεσία, χωρίς τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της αυτοδιοικητικής μορφής και με σημείο αναφοράς της τον διορισμένο περιφερειάρχη! Μεταπράτης, δηλαδή, και διαχειριστής της Κεντρικής εξουσίας σε βαθμό εξοργιστικό! Διακπεραιωτής και κούριερ των υποχρεώσεων του κράτους!
Αλλά και στη στελέχωση του ο θεσμός προχώρησε προβληματικά, κυρίως στον οικονομικό τομέα, αφού οι υπάλληλοι δεν καλύπτονταν από διοικητική ασφάλεια και ικανοποιητικούς μισθούς και ο αριθμός τους δεν επαρκούσε και δεν επαρκεί για το εύρος των προσφερόμενων υπηρεσιών και το μέγεθος του πληθυσμού κάθε Νομαρχίας.
Ο ευτελισμός της Κεντρικής Εξουσίας και ιδιαιτέρως του θεσμού επιβεβαιώνεται από τις μειωτικές αποζημιώσεις των νομαρχιακών συμβούλων για τη συμμετοχή τους στα όργανα, γεγονός που πλήττει την αξιοπιστία της οποιασδήποτε Κυβέρνησης, όταν κομπάζει για το – δήθεν – ενδιαφέρον της για το θεσμό. Το ίδιο ισχύει και για τα εκτός έδρας που λαμβάνουν οι νομαρχιακοί σύμβουλοι για τη συμμετοχή τους σε αποστολές, σε ταξίδια και σε εκδηλώσεις στις οποίες εκπροσωπούν τη Νομαρχία. Αναγκάζονται δηλαδή να πληρώνουν ακόμα και τη διαφορά στις τιμές των ξενοδοχείων αφού η αποζημίωση που λαμβάνουν είναι μικρότερη των αντικειμενικών τιμών της αγοράς.
Και η ευτέλεια της Κεντρικής Εξουσίας αποδεικνύεται από τον κατακερματισμό πιστώσεων και προσωπικού στις νομαρχίες. Π.χ.η σύγκριση πληθυσμού – προσωπικού – πιστώσεων μεταξύ του Δήμου Αθηναίων και της Νομαρχίας Αθηνών καθρεφτίζει απολύτως την πραγματικότητα!
Αντί λοιπόν το κράτος να βοηθήσει την ανάπτυξη των δυο βαθμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης και μετά να τους αξιολογήσει και να τους βαθμολογήσει, έρχεται σήμερα και ουσιαστικώς καταργεί τον β’ βαθμό της, για να δημιουργήσει μια άλλη μορφή Τοπικής Αυτοδιοίκησης χωρίς το ίδιο να έχει κατασταλάξει σε τελικό σχέδιο. Δηλαδή, «πουλάει δόντι, βγάζει μάτι», όπως σοφά λέει ο λαός μας. Περιορίζει τον αριθμό των Περιφερειών, μειώνει και συγχωνεύει νομαρχίες, επιτρέπει την ιδέα των μητροπολιτικών δήμων και μέσα στην «τούρλα του Σαββάτου» προτάσσει τον νέο Νομαρχιακό Κώδικα, που ασφαλώς θ’ αλλάξει σε 3 χρόνια όταν αλλάξει το σκηνικό.
Ως επιβεβαίωση των όσων υποστηρίζουμε είναι το γεγονός, ότι ο νόμος 1850/89 που κυρώνει τον ευρωπαϊκό χάρτη τοπικής αυτονομίας, εξαιρεί το άρθρο 5 του χάρτη που επιβάλλει την υποχρέωση στην Πολιτεία, σε περίπτωση συνένωσης Δήμων και Κοινοτήτων να ερωτώνται οι κάτοικοι αυτών και να αποφασίζουν με δημοψηφίσματα.
Αυτό που έχουμε σήμερα δεν είναι Νομαρχία! Είναι απολυταρχία! Για να θυμηθούμε και τον ανώνυμο εκδότη της «Ελληνικής Νομαρχίας»! Και σαφώς δεν είναι μεταρρύθμιση!


ΜΕΤΑΒΑΤΙΚΟ ΣΤΑΔΙΟ

Έως ότου ανοίξει τα χαρτιά της η Κυβέρνηση, έως ότου καταλήξουμε σε συγκεκριμένο πλάνο μετά από διάλογο ουσίας, έως ότου οι αποφάσεις γίνουν νόμος
1. Να δοθούν τα παρακρατηθέντα ποσά στη Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση, με δίκαιη κατανομή και να στηριχθεί ο θεσμός.
2. Να ολοκληρωθεί η στελέχωση της και να αναβαθμιστούν οι αποδοχές των υπαλλήλων.
3. Να δοθούν όλες οι αρμοδιότητες και να ξεκαθαριστεί το τοπίο ευθυνών και εποπτείας.
4. Να ολοκληρωθεί η μηχανοργάνωση σε όλες τις Νομαρχίες.
5. Να συνταχθεί εκ νέου, να εκσυγχρονιστεί και να εκδημοκρατιστεί ο αυτοδιοικητικός Νομαρχιακός Κώδικας, το προσχέδιο του οποίου όπως μας δόθηκε είναι σχεδόν στερεότυπο του προηγούμενου με κύριο χαρακτηριστικό τη γραφειοκρατική αντίληψη της κεντρικής εξουσίας και τον περιορισμό του αυτοδιοικητικού χαρακτήρα των Νομαρχιών.


ΕΜΕΙΣ ΠΡΟΤΕΙΝΟΥΜΕ:

α) Θεσμοθέτηση της αιρετής Περιφέρειας και ένταξη των Νομαρχιακών Αυτοδιοικήσεων
στον θεσμό, αφού προηγουμένως μετεξελιχθούν – οικονομικά και διοικητικά – σε
ανεξάρτητες οντότητες.
β) Να υπάρξει διοικητική αναδιάρθρωση της χώρας σε 20 Μείζονες Νομαρχιακές
Περιφέρειες (σε αντιστοιχία με τις εκλογικές περιφέρειες), που θα διοικούνται από
αιρετά όργανα, έναν Περιφερειάρχη και ένα Περιφερειακό Συμβούλιο. Οι Μείζονες
Νομαρχιακές Περιφέρειες θα πρέπει να είναι δικτυωμένες με τα όργανα της Κεντρικής
Διοίκησης και να λειτουργούν ως πλήρεις εκπρόσωποι της για όλα τα θέματα των
πολιτών της περιοχής τους, να έχουν πλήρη διοικητική και οικονομική αυτοδυναμία και
να έχουν τη δυνατότητα έκδοσης αποφάσεων για όλα τα ζητήματα που τις
αφορούν αποκλειστικά.

Θεωρούμε ότι η Τοπική Αυτοδιοίκηση αποτελεί ένα σημαντικό παράγοντα της κοινωνικής και πολιτικής ζωής των Ελλήνων, καθώς και ένα ουσιώδη μοχλό για το άπλωμα της δημοκρατίας, για τη συμμετοχή των πολιτών στα κοινά και για την ανάπτυξη όλης της Ελληνικής κοινωνίας. Γι’ αυτό και τασσόμαστε υπέρ μιας Τοπικής Αυτοδιοίκησης που θα είναι ουσιαστική από άποψη αρμοδιοτήτων και περιεχομένου, λειτουργικά αποδοτική, οικονομικά αυτοδύναμη και διοικητικά ανεξάρτητη.
Θεωρούμε ακόμα πως θα πρέπει να υπάρξει θεσμοθέτηση, του ότι οι Δήμοι και οι Κοινότητες, ως φορείς της τοπικής αυτοδιοίκησης, θα πρέπει να ασχολούνται μόνο με θέματα τοπικού ενδιαφέροντος, καθώς και ότι θα πρέπει να καταργηθεί το νομοθετικό πλαίσιο που επιτρέπει να δίνονται έμμισθες θέσεις των υπηρεσιών και των οργανισμών ενός Δήμου στους Δημοτικούς Συμβούλους που έχουν εκλεγεί σε αυτόν.
Για το μείζον θέμα της διαχείρισης των απορριμμάτων, πιστεύουμε ότι αυτό μπορεί να αντιμετωπιστεί καλύτερα σε κεντρικότερο επίπεδο και θεωρούμε ότι η μεταφορά της σχετικής αρμοδιότητας από τους Δήμους και τις Κοινότητες στις Νομαρχιακές Περιφέρειες είναι ένα βήμα προς την κατεύθυνση αυτή. Θεωρούμε ακόμα, ότι θα πρέπει να αλλάξει η πολιτική της διαχείρισης των απορριμμάτων που υπάρχει σήμερα, προς την κατεύθυνση της κατάργησης των Χ.Υ.Τ.Α. και της αντικατάστασης τους από σύγχρονες μονάδες επεξεργασίας και ανακύκλωσης των απορριμμάτων, που θα καλύπτουν τις ανάγκες μιας ή περισσότερων γειτονικών περιφερειών, σε αναλογία με τον πληθυσμό τους.

Δεν υπάρχουν σχόλια: